Ένας αριθμός

140

Στο σύντομο αφήγημα του Τσέχωφ «Ένας αριθμός» η δεσποινίς Ιουλία αντιπροσωπεύει τον άβουλο ανθρώπινο τύπο, δεν τολμά να διεκδικήσει τα δικαιώματά της και συχνά πέφτει θύμα οικονομικής και κοινωνικής εκμετάλλευσης.

Ο Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ ήταν Ρώσος θεατρικός συγγραφέας και ένας από τους μεγαλύτερους διηγηματογράφους της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Σπούδασε και εργάστηκε ως γιατρός

Φώναξα στο γραφείο μου τη δεσποινίδα Ιουλία, τη δασκάλα των παιδιών.

Έπρεπε να της δώσω το μισθό της.

– Κάθισε να κάνουμε το λογαριασμό, της είπα.

Λοιπόν… Συμφωνήσαμε για τριάντα ρούβλια το μήνα.

– Για σαράντα.

– Όχι, για τριάντα, το έχω σημειώσει. Πάντοτε τριάντα ρούβλια

δίνω στις δασκάλες. Έχεις δύο μήνες εδώ.

– Δύο μήνες και πέντε μέρες.

– Δύο μήνες ακριβώς. Το έχω σημειώσει.

Λοιπόν… Έχουμε εξήντα ρούβλια. Πρέπει να βγάλουμε εννιά Κυριακές.

Δε δουλεύεις τις Κυριακές. Πηγαίνεις περίπατο με τα παιδιά. Η Ιουλία έγινε κατακόκκινη μα δεν είπε λέξη.

– Έπειτα έχουμε τρεις γιορτές. Τρεις γιορτές μάς κάνουν δώδεκα ρούβλια το μήνα.

Ο Κόλιας ήταν άρρωστος τέσσερις μέρες και δεν του έκανες μάθημα.

Μονάχα με τη Βαρβάρα ασχολήθηκες.

Τρεις μέρες είχες πονόδοντο και η γυναίκα μου σου είπε να αναπαυτείς.

Δώδεκα και εφτά δεκαεννιά.

Αφαιρούμε, μας μένουν… σαράντα ένα ρούβλια.

Σωστά;

Το σαγόνι της Ιουλίας άρχισε να τρέμει, μα δεν έβγαλε άχνα.

– Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς έσπασες ένα φλιτζάνι με το πιατάκι του. Βγάζουμε δύο ρούβλια.

Προχωρούμε!

Μια μέρα δεν πρόσεξες τον Κόλια, ανέβηκε ο μικρός στο δέντρο

και έσκισε το σακάκι του. Βγάζουμε άλλα δέκα ρούβλια.

Άλλη μια μέρα που δεν πρόσεχες, έκλεψε μια καμαριέρα

τα μποτάκια της Βαρβάρας.

Πρέπει να έχεις τα μάτια σου τέσσερα, γι’ αυτό σε πληρώνουμε.

Λοιπόν, βγάζουμε άλλα πέντε ρούβλια.

Στις δέκα του Γενάρη σε δάνεισα δέκα ρούβλια…

-Όχι, δεν έγινε τέτοιο πράγμα, μουρμούρισε η Ιουλία.

– Το έχω σημειώσει!

– Καλά…

– Βγάζουμε είκοσι επτά ρούβλια, μας μένουν δεκατέσσερα.

Τα μάτια της Ιουλίας γέμισαν δάκρια.

– Μα εγώ μια φορά μονάχα δανείστηκα χρήματα. Τρία ρούβλια από την κυρία, μουρμούρισε η Ιουλία και η φωνή της έτρεμε.

– Μπα; Δεν τα είχα σημειώσει αυτά.

Δεκατέσσερα έξω τρία, μας κάνουν έντεκα.

Πάρε τα χρήματά σου, αγαπητή μου.

Τρία… τρία… τρία… ένα και ένα… Πάρ’ τα…

Και της έδωσα έντεκα ρούβλια.

Τα πήρε με τρεμουλιαστά δάχτυλα και τα έβαλε στην τσέπη της.

– Ευχαριστώ, ψιθύρισε.

Πετάχτηκα όρθιος.

– Και γιατί μ’ ευχαριστείς;

– Για τα χρήματα.

– Μα εγώ, σε έκλεψα. Σε λήστεψα. Σου έκανα μια φάρσα για να σου γίνει μάθημα. Πάρε τα ογδόντα σου ρούβλια. Τα είχα έτοιμα στο φάκελο. Μα γιατί δε φωνάζεις για το δίκιο σου; Μπορείς να ζήσεις σε αυτόν τον κόσμο αν δεν πατήσεις λίγο πόδι; Γιατί είσαι άβουλη;

Μουρμούρησε μερικά ευχαριστώ και βγήκε.