Η ομάδα της Θάλειας Δραγώνα ξανακτυπά ζητώντας «εναρμόνιση της διδασκαλίας της ιστορίας με τα διεθνή δεδομένα»

213
Σκίτσο του δημιουργού Τάκη Δάκογλου

Γράφει ο Νικηφόρος Λυκίδης

Με τίτλο «Χρόνια νοσήματα αναζητούν θεραπεία», η Πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου Χριστίνα Κουλούρη, αναφέρθηκε στην έρευνα της Καθημερινής για τον τρόπο και το περιεχόμενο της διδασκαλία της Ιστορίας μας, τονίζοντας για «εναρμόνιση με τα διεθνή δεδομένα για την επιστήμη της Ιστορίας».

Είναι γνωστές οι θέσεις της Χριστίνας Κουλούρη, από την εποχή που ως καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, είχε ενταχθεί στην ομάδα προώθησης των ιστοριοκτόνων απόψεων της Θάλειας Δραγώνα. Είναι μάλιστα άξιο επισήμανσης ότι, από τότε η εφημερίδα Καθημερινή, της διέθετε χώρο και προβολή για την προώθησή τους.

Είναι χαρακτηριστικό των αντιλήψεων που προωθεί η σημερινή Πρύτανης της “Φωλιάς των εθνοαποδομητών”, το παράδειγμα όπου αναφέρεται στην Μαντώ Μαυρογένους. Είναι επίσης προφανής η πικρία της γιατί κάποιοι εξακολουθούν να αντιστέκονται στο ανιστόρητο αναθεωρητικό εγχείρημα που επιχειρούν άνθρωποι των ιδίων απόψεων με αυτήν όπως για παράδειγμα ο πολύς ομότιμος καθηγητής Αντώνης Λιάκος.

Παραθέτω ολόκληρο το άρθρο της Χριστίνας Κουλούρη χωρίς σχολιασμό των γραφομένων της, με την παράκληση, ο δικός σας σχολιασμός -αν υπάρξει- να είναι κόσμιος.

Γράφει η Χριστίνα Κουλούρη: «Γιατί η Ιστορία όπως διδάσκεται στο σχολείο μοιάζει να είναι αναποτελεσματική και να μην αφήνει παρά ελάχιστα ίχνη στις συνειδήσεις των μαθητών; Γιατί, αντί να δυσανασχετούμε για τις ελλείψεις της ιστορικής εκπαίδευσης, εξεγειρόμαστε όποτε θεωρούμε ότι θίγεται η εθνική υπερηφάνεια, όπως στην περίπτωση με το γούρι «Μαντώ Μαυρογένους»; Και, τέλος, γιατί τα προγράμματα σπουδών και τα σχολικά εγχειρίδια της Ιστορίας αλλάζουν συνεχώς παραμένοντας τα ίδια; Τα ερωτήματα συνδέονται διότι αφορούν τις χρόνιες παθήσεις της σχολικής ιστορίας, η οποία αναντίρρητα αποτελεί το πλέον συντηρητικό μάθημα, εκείνο που κατ’ εξοχήν αντιστέκεται σε οποιαδήποτε μεταρρύθμιση. Υποβαθμισμένο μέσα στο ωρολόγιο πρόγραμμα αλλά με δυσανάλογη ιδεολογική βαρύτητα, το μάθημα έχει βρεθεί κατά καιρούς στη δίνη «πολέμων» και σφοδρών ιδεολογικοπολιτικών συγκρούσεων. Οι κατά καιρούς υπουργοί διστάζουν να προχωρήσουν σε πραγματική μεταρρύθμισή του –που θα σήμαινε εκσυγχρονισμό και εναρμόνιση με τα διεθνή δεδομένα για την επιστήμη της Ιστορίας– λόγω του πιθανού πολιτικού κόστους, εφόσον ποικίλες ομάδες πίεσης δραστηριοποιούνται σε κάθε ενδεχόμενο αλλαγής της Ιστορίας «όπως τη μάθαμε». Εξάλλου, αυτές οι ομάδες έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματικές σε περιπτώσεις επιχειρούμενων αλλαγών.

Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις για χρόνια νοσήματα. Ωστόσο, γνωρίζοντας τις αιτίες και τα συμπτώματα, μπορούμε να προτείνουμε μέτρα. Κατ’ αρχάς, είναι απαραίτητο να αποδεσμευτεί η διδασκαλία της Ιστορίας από τον κρατικό συγκεντρωτισμό. Δεν μπορεί να υπάρχει ένα και μοναδικό σχολικό εγχειρίδιο που εγκρίνεται και διανέμεται από το κράτος. Δεύτερον, θα πρέπει οι ακαδημαϊκοί ιστορικοί, που είναι εξειδικευμένοι στη Διδακτική της Ιστορίας, να εμπλακούν πιο ενεργά στη συγγραφή των αναλυτικών προγραμμάτων. Τρίτον, είναι απαραίτητη η συνεχής επιμόρφωση των εκπαιδευτικών στα σύγχρονα πορίσματα της Ιστορίας και της διδακτικής της και να μην αναπαράγουν πεποιθήσεις που προέρχονται από τα δικά τους σχολικά χρόνια. Τέλος, η διδασκαλία της Ιστορίας πρέπει να ανανεωθεί ριζικά ώστε η αξιολόγηση των μαθητών να μη βασίζεται στην αποστήθιση αλλά στην κριτική τους ικανότητα».