Παρέα με τον υπερκοριό της ΕΥΠ

360

Γράφει ο Γιάννης Παναγιωτακόπουλος

24 Μαρτίου 2021, πρωί.

Κτυπάει τό κουδούνι τοῦ διαμερίσματός μου…

-«Ποιός εἶναι»; Ρωτάω.

Ὁ κύριος Παναγιωτακόπουλος»; Ἀκούγεται ἀπό τό θυροτηλέφωνο μία φωνή.

Μάλιστα», ἀπαντάω.

Εἴμαστε ἀπό τό ἀστυνομικό τμῆμα. Ἔχουμε νά σᾶς ἐπιδώσουμε μία ἀπόφαση τοῦ Διευθυντή τῆς Διεύθυνσης Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν».

Οκ, κατεβαίνω»…

Πῆγα στήν εἴσοδο τῆς πολυκατοικίας, ὅπου μέ περίμενε ἕνας νεαρός ἀστυνομικός. Πιό πίσω, στό περιπολικό, ἄλλος ἕνας συνάδελφός του. Δυό-τρεῖς γείτονες, παρακολουθοῦσαν τήν σκηνή μέ περιέργεια. Ὁ νεαρός εὐγενικός, μοῦ ἐπέδωσε τήν ἀπόφαση τοῦ Διευθυντή τῆς ΓΑΔΑ, περί τῆς ἀπαγόρευσης τῆς ἐκδήλωσης τοῦ Συντονιστικοῦ Φορέων ’21, πού εἶχε προγραμματιστεῖ γιά την 25η Μαρτίου τό μεσημέρι, στό ἄγαλμα τοῦ Μακρυγιάννη, στήν Ἀκρόπολη. Ἀφοῦ ὑπέγραψα καί τόν εὐχαρίστησα, τήν στιγμή πού τακτοποιοῦσε τά χαρτιά του τόν ρωτάω:

Γιάννης Παναγιωτακόπουλος

-«Πού γνωρίζατε τό κουδούνι τοῦ διαμερίσματός μου»;

-«Εεε, τί ἐνοεῖτε;», μοῦ κάνει.

-«Τό κουδούνι δέν γράφει τό ἐπώνυμό μου, ἀλλά τῆς προηγούμενης ἱδιοκτήτριας»…

-«Ἐδῶ ἔγραφε νά κτυπήσουμε τό κουδούνι «Θ…», μοῦ λέει δείχνοντάς μου ἀόριστα τόν φάκελο πού κρατοῦσε. «Εἶναι λάθος;»

-«Ὄχι, πολύ σωστό εἶναι, γι’ αὐτό παραξενεύτηκα»… Κι ἐνῶ ἑτοιμαζόταν ἀμήχανα νά μοῦ ἀπαντήσει κάτι, τόν χαιρέτησα εὐγενικά κι ἀνέβηκα τά σκαλιά διαβάζοντας τήν ἀπόφαση τοῦ ταξίαρχου τῆς ΓΑΔΑ.

Εἶχε ἐκδοθεῖ μόλις λίγες ὧρες πρίν… Μπορεῖ ὅταν βγαίνει μία ἀπόφαση δικαστηρίου νά περιμένουμε μῆνες γιά νά καθαρογραφεῖ, ἀλλά ὅταν τό κράτος θέλει, εἶναι ταχύτατο! Ἐδῶ μπορεῖ νά χρειάστηκε ἡ σύμφωνη γνώμη τοῦ Προέδρου Πρωτοδικῶν Ἀθηνῶν, καθώς καί τοῦ Δημάρχου Ἀθηναῖων (τοῦ ἀνεψιοῦ τοῦ πρωθυπουργοῦ ντέ!…), ἀλλά καθαρογραφήκαν ὅλα τάχιστα καί μοῦ έπιδώθηκαν μέ πᾶσα ἐπισημότητα!

Ἡ πρόφαση τοῦ Covid 19 στήν περίπτωσή μας ἦταν ἀχρείαστη. Ἡ ἀπόφαση ἦταν στεγνή καί ξεκάθαρη: Λόγῳ τῆς παρουσίας ξένων ἡγετῶν στήν παρέλαση (αὐτῶν τῶν δευτερότριτων πού μᾶς ἔστειλαν 3-4 ἀπό τούς προστάτες τοῦ προτεκτοράτου γιά νά βγάλουν τήν ὑποχρέωση), ἀπαγορευόταν κάθε ἐκδήλωση Ἑλλήνων πολιτῶν. Ἀκόμα κι ἄν γινόταν 2,5 ὧρες μετά τήν παρέλαση καί τρία χιλιόμετρα μακριά, ὄπως ἡ δική μας.

Κρατοῦσα λοιπόν στά χέρια μου τήν δεύτερη, κατά σειρά, ἀπόφαση ἀπαγόρευσης ἑορτασμοῦ τῆς 25ης Μαρτίου ἀπό πολῖτες, πού ἔχει ἐκδόσει αὐτό τό κράτος, κατά τούς δύο αἰῶνες τῆς παράξενης ζωῆς του. Ἡ πρώτη εἶχε ἐκδοθεῖ ἀπό τήν κατοχική κυβέρνηση τοῦ 1943. Τότε οἱ Ἕλληνες ἀγνόησαν τήν ἀπαγόρευση τῶν κατακτητῶν κατεβαίνοντας σέ πορεῖες, ἑνωμένοι κάτω ἀπό τήν ἑλληνική σημαία, καί ἀπέναντι στά πολυβόλα τῶν Ναζί καί τῶν Φασιστῶν. Κάποιοι ἔπεσαν νεκροί προσπαθῶντας νά καταθέσουν ἕνα στεφάνι στόν ἄγνωστο Στρατιώτη. Τώρα, κι ἔχοντας αὐτή τήν ἐνοχλητική ἐμμονή πῶς οἱ παπποῦδες μας μέ κάποιον τρόπο μᾶς κοιτοῦν, θά ἦταν μεγάλη ντροπή νά φοβηθοῦμε ἐμεῖς τά μπλοκάκια τῶν ἀστυνομικῶν καί τό αὐτόφωρο, ὅταν ἐκεῖνοι δέν φοβήθηκαν τίς σφαῖρες. Ἔτσι ἀποφασίσαμε μέ τούς συντρόφους καί τούς συναγωνιστές μου νά μήν κάνουμε πίσω. Δέν μπορούσαμε πλέον νά ἔχουμε μικροφωνικές, ἠχεῖα, τραγούδια καί χορευτικά, ὄπως σχεδιάζαμε, ἀλλά ἕνα λουλούδι κι ἕνα στεφάνι στό ἄγαλμα τοῦ Μακρυγιάννη θά τό καταθέταμε…

Ἀρχίσαμε λοιπόν νά σχεδιάζουμε αὐτή τήν τόσο ἐπικίνδυνη διά «τή δημόσια ἀσφάλεια καί την κοινωνικοοικονομική ζωή τῆς οἰκείας περιοχῆς» ἐνέργεια, λαμβάνοντας ὑπόψιν ὅλες τίς παραμέτρους. Ἐκεῖ πληροφορήθηκα καί τά περί τοῦ ἀγαπητοῦ ὑπερκοριοῦ, πού παρακολουθοῦσε τηλέφωνα, ὑπολογιστές καί σόσιαλ μίντια, γιά νά μοῦ λυθεῖ καί ἡ ἀπορία πῶς ἡ ἀστυνομία εἶχε γνώση ἀκόμα καί τοῦ ἐταιρώνυμου κουδουνιοῦ μου. Οἱ ἴδιες οἱ ἀρχές ἀσφαλείας τοῦ κράτους, εἶχαν ὑπερηφάνως ἀνακοινώσει πῶς ὁ ὑπερκοριός τῆς ΕΥΠ παρακολουθοῦσε κάθε σχεδιασμό ἐκδηλώσεων γιά τήν 25η Μαρτίου, ἀπὸ τούς πολῖτες. Ἡ περιστολή τῶν Συνταγματικῶν μας δικαιωμάτων, ἀνακοινώνεται πλέον ξεκάθαρα καί θριαμβευτικά, πρός παραδειγματισμό καί συμμόρφωση… Αἰσθάνθηκα κι ἐγώ ὑπερήφανος πού πράγματι οἱ διεθνεῖς προβολεῖς ἔχουν στραφεῖ πάνω μας, ὄπως εὔστοχα ἀνέγραφε τό ἱστορικό ἐξώφυλλο τοῦ Βηmagazino, πού ἔντυσε τόν Μητσοτάκη Κολοκοτρώνη καί τήν Γιάννα Ἀγγελοπούλου Μπουμπουλίνα!

25η Μαρτίου 2021, πρωί.

Οἱ ὁμάδες μας εἶχαν ξεχωριστά σημεῖα συνάντησης, σέ διάφορα στενά. Τά συνθηματικά γιά την τηλεφωνική μας ἐπικοινωνία εἶχαν καθοριστεῖ γιά νά μήν ἀνησυχήσουμε καί τούς συμπαθεῖς ἠχολῆπτες τοῦ ὑπερκοριοῦ, πού ἔπιναν τόν καφέ τους πρωινιάτικα. Τό ἄγαλμα τοῦ Μακυγιάννη ἐπονομάστηκε «παπποῦς». «Ὁ παπποῦς εἶναι ἄρρωστος», ἦταν τό συνθηματικό, ἄν ὑπῆρχαν ἀστυνομικοί στό σημεῖο. Ὁ «παπποῦς» πράγματι ἀπό νωρίς τό πρωί ἦταν πολύ ἄρρωστος… Ἀκόμα ὅμως καί μιάμιση ὥρα μετά τήν λήξη τῆς παρέλασης, οἱ ἀστυνομικοί ἔδιωχναν ὅποιον ἐμφανιζόταν μέ ἑλληνική σημαία μπροστά στό ἄγαλμα.

Ἡ δική μου ὁμάδα βρέθηκε κάπου στά στενά τοῦ Κουκακίου. Σύντομα γύρω μας βρέθηκαν καμιά δεκαριά ἀσφαλῖτες, πού άνεπιτυχῳς καί ἀδέξια προσπαθοῦσαν νά εἶναι διακριτικοί. Κάποια δεδομένη στιγμή χωριστήκαμε γιά νά προσεγγίσουμε τόν «παππού». Δίπλα μου σχεδόν, βρισκόταν ἕνας ἀσφαλίτης πού μέ εἶχε χρεωθεῖ man to man. Τόν εἴχαμε βγάλει συνθηματικά «ἕτερον ἥμισυ». Μέ ρωτοῦσαν κάθε τόσο οἱ ἄλλοι ἀπό τό τηλέφωνο, ἄν τό «ἕτερόν μου ἥμισυ» εἶναι μαζί μου. Δέν ἔχω παράπονο. Με ἀκολουθοῦσε πιστά, με συγκινητική ἀγάπη καί ἀφοσίωση, μέχρι το τελευταῖο λεπτό…

Αἰσθανόμουν λίγο σάν τον Βέγγο στήν ταινία «ὁ Θανάσης στήν χώρα τῆς σφαλιάρας», ὅμως ὅταν δόθηκε τό συνθηματικό γιά νά μαζευτοῦμε ὅλοι οἱ σκόρπιοι ἀπό καφετέρειες, στενά, παγκάκια κ.ο.κ. μπροστά στό ἄγαλμα τοῦ Μακρυγιάννη, αἰσθάνθηκα ὅτι δέν ἤμουν τόσο μόνος ὅσο ὁ Θανάσης… Πάνω ἀπό τριακόσιοι θαρραλέοι Ἕλληνες καί Ἑλληνίδες σταθήκαμε μπροστά στόν «παπποῦ».

Οἱ δικηγόροι μας προσπαθοῦσαν συνεχῶς νά συνεννοηθοῦν μέ τούς ἀστυνομικούς, πού μᾶς καλοῦσαν νά διαλυθοῦμε. Κερδίζοντας τέταρτο τό τέταρτο, ὑπό τήν ἀπειλή τῆς ἐπέμβασης τῶν ΜΑΤ, διαπράξαμε τίς τόσο ἐπικίνδυνες γιά τό κράτος ἐνέργειες: Καταθέσαμε τά λουλούδια μας καί τό στεφάνι μας, ἕνας ψυχωμένος παπάς ἔκανε ἕνα σύντομο τρισάγιο, ψάλαμε τό «Τῇ Ὑπερμάχῳ» καί τόν «Ἐθνικό Ὕμνο», καί χορέψαμε, ὄπως οἱ προπαπποῦδες μας τό ’21, ἀκριβῶς στό σημεῖο ὅπου κάποιοι νόμισαν ὅτι θά πατήσουν τήν Ἐλευθερία μας…

Φύγαμε ἥσυχα γιά τά σπίτια μας, μέ μία γλυκιά ἱκανοποίηση τῆς ἐνοχλητικῆς μας ἐμμονῆς. Μία αἴσθηση πῶς κι ἐκεῖνοι ἀπό ψηλά κάπως τό χαρήκανε. Ὁ μπρούτζινος «παπποῦς» ἔμεινε πίσω, κάτω ἀπό τήν ἡλιόλουστη Ἀκρόπολη, λουσμένος κι ὁ ἴδιος στά λουλούδια. Θαρρῶ, πώς κάπως κρυφά, κι αὐτός χαμογελοῦσε…