Το ακριβό τίμημα της περηφάνιας…

192

Το ακριβό τίμημα της περηφάνιας | Της Ελένης Α. Παπαδοπούλου

«Το δάκρυ κάναμε νερό

και το κρασί φαρμάκι

και με το κύμα τ’ αλμυρό

χορτάσαμε ψωμάκι

κι είχαμε περηφάνια

στην πίκρα στην ορφάνια»

Νίκος Γκάτσος

Της Ελένης Α. Παπαδοπούλου | 19/11/20

(Patricia van der Val)

Τον βαρύτερο φόρο στα χρόνια της κρίσης τον πληρώνει ο περήφανος άνθρωπος. Και δεν μιλώ για τον ατομιστή, υπερφίαλο οδοστρωτήρα που προκειμένου να επιβιώσει πατάει επί πτωμάτων και σαρώνει κάθε ευαισθησία στο διάβα του. Ούτε για τον υπερόπτη, φαντασμένο με το βλέμμα «100 καρδιναλίων» που επικρίνει και υποτιμά τους πάντες, ατενίζοντάς τους από την κορυφή της αλαζονείας του. Ούτε, βέβαια, για τον αξιολύπητο εγωπαθή που κραυγάζει «του Έλληνος ο τράχηλος ζυγό δεν υπομένει» για να αποκτήσει οπαδούς και “klik” και να κρύψει τους φόβους του μέσα στο σύνδρομο της αγέλης.

Μιλώ για την άλλη όψη της διττής έννοιας «υπερήφανος» που σημαίνει λαμπρός, σοφός, μεγαλοπρεπής και που την πνίγουμε μέσα στα χωνευτήρια των φοβισμένων ημερών μας. Έλκει την καταγωγή της από την δωρική υπεραξία της ανθρώπινης ύπαρξης κι επιβιώνει στη λαϊκή μας συνείδηση ως μία δέσμη δυσεύρετων αρετών.

Μιλώ για την έννοια της περηφάνιας που ισοδυναμεί με ανθρώπινο ηθικό βράχο. Για εκείνη την φωτεινή υπεροχή που πηγάζει από εσωτερική δύναμη και αυτογνωσία και πλημμυρίζει την αύρα του ανθρώπου. Μια αύρα που όποιος την πλησιάζει νιώθει δέος και θαυμασμό ή συχνότερα τρόμο και φθόνο γιατί αντιλαμβάνεται την «υψομετρική» διαφορά. Μιλώ για το υπέρ που φανερώνεται αβίαστα από υπερχείλιση εσωτερικού πλούτου και μεγαλοσύνης και όχι για το κατασκεύασμα της αυτοπροβολής, της επίδειξης, της φαντασιοπληξίας και του κομπασμού.

«Είναι περήφανος άνθρωπος, δεν καταδέχεται να ζητήσει», λέει ο λαός μας.

Μιλώ για τους ωραίους και μοιραίους ανθρώπους που:δεν σκύβουν να προσκυνήσουν «κατουρημένες ποδιές» ακόμα και όταν το βάρος του προσωπικού τους σταυρού λυγίζει τα γόνατά τους.

Δεν τρυπώνουν στα πολιτικά γραφεία και τους μηχανισμούς για να ζητιανέψουν ρουσφετάκια και εύνοιες και ανταλλάγματα.

Δεν τα παίρνουν κάτω απ’ το τραπέζι,

δεν κάνουν ηθικές εκπτώσεις,

δεν διαπραγματεύονται την εντιμότητά τους,

δεν κάνουν τα «γλυκά μάτια» σε κανέναν για να κερδίσουν λίγα άθλια αργύρια. 

Μιλώ γι’ αυτούς που προτιμούν να αδικήσουν τον εαυτό τους παρά τον συνάνθρωπό τους και δεν καταδέχονται να επωφεληθούν από τις αδυναμίες ή να τα βάλουν με ανίσχυρους. Γι’ αυτούς που η ισοτιμία και η ισοπολιτεία, η δικαιοσύνη και η γενναιοψυχία είναι τρόπος ζωής και όχι αερολογία κοπανιστή. Είναι αυτοί που δεν θα σου δώσουν ποτέ υποσχέσεις και ελπίδες. Θα σου δώσουν το χέρι τους για να πιαστείς και το υστέρημά τους για να στηλωθείς. 

Μιλώ γι’ αυτούς που η αλήθεια στα μάτια τους γίνεται καθρέφτης που συντρίβει την υποκρισία του άλλου και τον κάνει να το βάζει στα πόδια κυνηγημένο από τις Ερινύες. Αποτελούν τη Λυδία λίθο της ανθρωπιάς μας. Είναι υπερήφανοι αλλά δεν υπερηφανεύονται ποτέ.

Σπάνιοι, σιωπηλοί μάρτυρες αντοχής, υπομονής και αξιοπρέπειας, σ’ έναν κόσμο καλπάζουσας απανθρωπιάς…
Φάροι μοναχικοί, υψώνονται ανάμεσά μας, μ’ ένα παράπονο στο βαθύ, ραγισμένο βλέμμα τους περιμένοντας κάποιον να το διαβάσει. Πληρώνουν το βαρύτερο τίμημα σε κάθε σκοτεινή εποχή γιατί τα άγρια ένστικτα της αυτοσυντήρησης τυφλώνουν τους ανθρώπους και απαγορεύουν αυτό το είδος αναγνωσμάτων.

ΠΗΓΗ: ΕΔΩ