Η Σινασός της Καπαδοκίας

91
Η είσοδος του Ι.Ν.των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στην κεντρική πλατεία της Σινασού. Περιβάλλεται από λιθόγλυπτη Άμπελο.Τα χρώματα είναι από ....τότε. Τα τελευταία χρόνια ο Πατριάρχης κάνει Θεία Λειτουργία.

του Κυριάκου Βλασιάδη

      Η Σινασός βρίσκεται σε μια πανέμορφη τοποθεσία στην καρδιά της Καππαδοκίας, στην κεντρική Μικρά Ασία. Απέχει 350 περίπου χλμ. νοτιοανατολικά από την Άγκυρα, και 45 περίπου χλμ. νοτιοδυτικά από την Καισάρεια. Το έδαφος της Καππαδοκίας προέρχεται από ηφαιστειακή λάβα του ανενεργού πλέον, ηφαιστείου στο Αργαίον όρος. Η περιοχή είναι γεμάτη με κωνόλιθους διαφόρων σχημάτων που λαξεύτηκαν στη διάρκεια των αιώνων από το χρόνο, τις καιρικές συνθήκες αλλά και τους ανθρώπους. Κατοικίες, σκήτες, μοναστικά κέντρα, σκαλιστές στα βράχια εκκλησίες με σημαντικές αγιογραφίες, πολιτείες ολόκληρες σκαμμένες στο υπέδαφός της, σώζονται μέχρι και σήμερα.

   Σχετικά με το ιστορικό παρελθόν της Σινασού υπάρχουν λιγοστά τεκμηριωμένα στοιχεία. Η παλαιότερη αναφορά για τη Σινασό, βρίσκεται σ’ ένα οθωμανικό κατάστιχο του 1476, με το όνομα Sίnasoun. Το όνομά της, κατά την επικρατέστερη άποψη, το πήρε από τη σημιτική λέξη Σιν που σημαίνει ήλιος και το καταληκτικό  -ασσός, που σημαίνει πόλις. Δηλαδή Σινασός = Ηλιούπολη.

Η Σινασός ήταν ένα από τα 14-15 ελληνόφωνα χωριά της Καππαδοκίας, οι Σινασίτες δε, είχαν έντονο το χριστιανικό ορθόδοξο συναίσθημα, αλλά και ισχυρό εθνικό φρόνημα από την ελληνική καταγωγή τους. Από μεταγενέστερες πηγές γνωρίζουμε ότι από το 1769 τη διοίκηση της Κοινότητας ασκούσαν αρμονικά, δύο δημογεροντίες, Ελληνική και Τουρκική, των οποίων τα μέλη ήταν εκλεγμένα από την κοινότητα. Η ελληνική Δημογεροντία είχε πολλές αρμοδιότητες, μέχρι και την απονομή δικαιοσύνης, αφού μπορούσε να επιλύσει και προσωπικές διαφορές αλλά και ποινικά ζητήματα, όπως π.χ. δίκασε οθωμανό βιαστή και τον έστειλε εξορία. “Κράτος εν κράτει” δηλαδή! Επίσης η Δημογεροντία κατήρτιζε Κανονισμούς για όλα τα θέματα που είχε ανάγκη η Κοινότητα, όπως για την Γέννηση, την Βάπτιση, τον Αραβώνα, τον Γάμο, τις Εορτές, τα Πανηγύρια κ.λ.π.

Το Παρθεναγωγείο της Σινασού, που δεν υπάρχει σήμερα.

Η ευσέβεια, χαρακτηριστικό των κατοίκων της, εν γένει  Αγιοτόκου Καππαδοκίας, ήταν πολύ έντονη και στους Σινασίτες. Στην κωμόπολη υπήρχαν δύο ενοριακοί ναοί, των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (στο “Μισιχώρ”, στην κεντρική πλατεία του χωριού, όπου τα τελευταία χρόνια ο Παναγιότατος Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος τελεί Θεία Λειτουργία), και των Αγίων Ταξιαρχών, που δεν υπάρχει πλέον. Tο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου που ήταν ο πολιούχος, της Σινασού, που ήταν διώροφο λαξευμένο σε τεράστιο κωνόλιθο, και το οποίο αναστηλώθηκε το 2012, καθώς και περί τα 40 παρεκκλήσια, άλλα κτιστά και άλλα σκαλιστά, όπως π.χ. το σκαλιστό τριώροφο υπόγειο του Αγ. Βασιλείου, μέσα και γύρω από το χωριό, τα περισσότερα από τα οποία ήταν ιδιωτικά. Στα περισσότερα σπίτια, υπήρχε ιδιαίτερος χώρος, το Εικονοστάσι, με τις εικόνες της οικογένειας, που ήταν χώρος προσευχής.

Η γεωγραφική θέση και οι κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν, ωθούσαν τους Σινασίτες από την ηλικία των 12 ετών περίπου, μετά το Σχολείο, να ξενιτεύονται στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάζονταν σκληρά. Ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο του μαύρου χαβιαριού, (για το  οποίο είχαν και το μονοπώλιο με ειδική Συντεχνία και Καταστατικό), αλιπάστων, εδώδιμων αποικιακών, τροφοδοσίας πλοίων, χρωμάτων, ναυτιλιακών ειδών κ.λ.π.  Ήταν πράγματι πολύ επιτυχημένοι επιχειρηματίες. Τα οικονομικά οφέλη τους τα διέθεταν, όχι μόνο για τις οικογένειές τους που ζούσαν στο χωριό, αλλά και για την Κοινότητα, όπως το κτίσιμο εκκλησιών, σχολείων, κοινοτικών έργων, δωρεάν ιατρο-φαρμακευτική περίθαλψη και ενίσχυση των απόρων και αναξιοπαθούντων συμπολιτών τους, Χριστιανών ή Οθωμανών.

Τοιχογραφία σε αρχοντικό της Σινασού, που δεν γνωρίζουμε ποια πόλη απεικονίζει.

Οι Σινασίτες, με την ευρύτητα πνεύματος που τους διέκρινε, είχαν αντιληφθεί από πολύ νωρίς  την σπουδαιότητα της Ελληνικής εκπαίδευσης για την οποία διέθεταν το μεγαλύτερο κονδύλι του κοινοτικού προϋπολογισμού. Στη Σινασό μιλούσαν άπταιστα την ελληνική γλώσσα όπως ακριβώς στην Ελλάδα, ενώ μάθαιναν την τουρκική σαν δεύτερη γλώσσα και την Γαλλική.

Το 1821 συστάθηκε, με Σιγίλιο του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’, το περίφημο Αρρεναγωγείο της Σινασού που ήταν από τα λαμπρότερα εκπαιδευτήρια της Καππαδοκίας και αργότερα, το 1869, ιδρύθηκε το Παρθεναγωγείο, επειδή πίστευαν ότι η μορφωμένη μητέρα διαμορφώνει σωστά παιδιά. Σχολική Επιτροπή προσλάμβανε δασκάλους και δασκάλες κυρίως από την Ελλάδα. Η εκπαίδευση ήταν δωρεάν και υποχρεωτική για όλα τα Σινασιτόπουλα.

Όνειρο όλων των ξενιτεμένων ήταν να επιστρέψουν καταξιωμένοι στην πατρίδα τους όπου έκτιζαν πολυδάπανα αρχοντικά υψηλής αισθητικής και αρχιτεκτονικής σπουδαιότητας, με εξαιρετικές εσωτερικές τοιχογραφίες, σκαλιστά διακοσμητικά, φορούσια, μαιάνδρους, δικεφάλους αετούς,  μοναδικές εξώθυρες κ.λ.π.  Ένα  τμήμα από τα σπίτια ήταν σκαλισμένο στο μαλακό βράχο και το υπόλοιπο, κυρίως η πρόσοψη,  το έκτιζαν σταδιακά ανάλογα με τις ανάγκες της οικογένειας.

Σήμερα η Σινασός έχει χαρακτηρισθεί διατηρητέος οικισμός από την ΟΥΝΕΣΚΟ, αλλά τα περισσότερα αρχοντικά μετατρέπονται σε  πανσιόν για τουριστικούς λόγους. Τα κτήρια που έχουν διασωθεί αλλά και αυτά που είναι ερειπωμένα, μαρτυρούν  τον πολιτισμό των παλαιών Ελλήνων κατοίκων της.

Τα πανηγύρια, οι αρραβώνες, οι γάμοι, η επιστροφή των ξενιτεμένων και οι διάφορες ονομαστικές εορτές, αποτελούσαν για τους Σινασίτες αφορμές για πολυάνθρωπες κοινωνικές συναθροίσεις και διασκεδάσεις, όπου όλοι σχεδόν χόρευαν και τραγουδούσαν.

Στα πανηγύρια και στα γλέντια του χωριού, οι γυναίκες, τραγουδώντας τα ελληνικότατα παραδοσιακά τραγούδια, χόρευαν τους κλειστούς κυκλικούς χορούς, (που πιθανόν να προέρχονταν από τους Κύκλιους χορούς των αρχαίων Ελλήνων), που είχαν αργά βήματα και απλές κινήσεις, με χάρη και σοβαρότητα. Χόρευαν τον πανελλήνιο Συρτό, μόνοι αυτοί σ όλη την Καππαδοκία, με τη συμμετοχή φυσικά ανδρών και γυναικών. Επίσης, μόνο οι άνδρες, και ποτέ γυναίκες, χόρευαν τον αντικριστό χορό των κουταλιών, με πολλές φιγούρες, τον γνωστό σ’ όλη την Καππαδοκία Κόνιαλι. Οι  γυναίκες χόρευαν τον μοναδικό αντικριστό Ίσο, χορό λιτό, απέριττο, τελετουργικό, όλο χάρη αλλά και σεμνότητα, που τον χόρευαν έτσι, μόνο στη Σινασό. Οι Σινασίτες είχαν επίσης και αρκετά σπάνια παλαιά Ακριτικά τραγούδια, καθώς είναι γνωστό ότι η Καππαδοκία θεωρείται σαν η κατ’ εξοχήν περιοχή του Διγενή Ακρίτα. Το Λαογραφικό Τμήμα της Ακαδημίας Αθηνών, υπό τον αείμνηστο Καθηγητή Γεώργιο Μέγα, έχει καταγράψει ηχητικά 26 περίπου Τραγούδια της Σινασού, το 1950-51, από αυθεντικές Σινασίτισσες, όπως και το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, με την Μέλπω Μερλιέ, το 1932.

Οι γυναικείες παραδοσιακές φορεσιές της Σινασού, μεταξωτές, ασημοκέντητες  και χρυσοκέντητες  αποτελούσαν εξαιρετικά δείγματα Μικρασιάτικης λαϊκής φορεσιάς.

Το πνεύμα αλληλεγγύης που χαρακτήριζε τους Σινασίτες, τους οδήγησε, αμέσως μετά την Ανταλλαγή, δηλαδή το 1925, στην ίδρυση του Σωματείου “Η ΝΕΑ ΣΙΝΑΣΟΣ”, ένα από τα πρώτα και πιο  δραστήρια προσφυγικά Σωματεία, με έδρα τον Πειραιά. Οι σκοποί του Σωματείου, σύμφωνα με το αρχικό Καταστατικό αφορούσαν κυρίως σε θέματα εγκατάστασης των προσφύγων πλέον Σινασιτών στην Ελλάδα, στην περισυλλογή και διαφύλαξη της διασωθείσης περιουσίας της κοινότητος Σινασού, στη διατήρηση των ηθών και εθίμων της, στη διάσωση των παραδόσεών της κ.λ.π.

Οι σκοποί αυτοί, προσαρμοσμένοι στη διαχρονική πραγματικότητα, καθορίζουν την πορεία του Σωματείου μέχρι και σήμερα. Το 1986 έλαβε Βραβείο από την Ακαδημία Αθηνών, για την 60ετή μέχρι τότε δραστηριότητά του .Είναι ιδρυτικό μέλος της Ομοσπονδίας Προσφυγικών Σωματείων Ελλάδος και της Πανελλήνιας Ένωσης Καππαδοκικών Σωματείων. Στη βόρειο Εύβοια δε, υπάρχει και κωμόπολη Νέα Σινασός που υπάγεται στην Ιστιαία.

Έτσι, η Σινασός της Καππαδοκίας, μια μικρή κωμόπολη στα βάθη της Ανατολής, με την ελληνική γλώσσα, τα σχολεία της, τις εκκλησιές της, τον πολιτισμό της και τα ελληνικότατα  τραγούδια και χορούς της, κράτησε ψηλά τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία μέχρι την Ανταλλαγή των Πληθυσμών του 1924.

Άξια λοιπόν ο μεγάλος Ελβετός ιστορικός Ανρύ Γκρεκουάρ την χαρακτήρισε «Εστία ελληνικής Αναγέννησης στην Καππαδοκία» και ο  μακαριστός Μητροπολίτης Καισαρείας Κλεόβουλος είπε γι’ αυτήν: «Όασις εν Ερήμω, Αστήρ εν τω σκότει, Αθήναι εν Μικρά Ασία »